Posts Tagged ‘σέρβοι’

 ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΠΡΙΣΤΙΝΑ – Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

 Στην καταπράσινη αλάνα έξω από το νοσοκομείο της Πρίστινα τα παιδιά παίζουν. Αρκεί να σηκώσεις τη φωτογραφική μηχανή για να μαζευτούν όλα δίπλα σου. Τα παραξενεύει η παρουσία από τόσα πολλά, πολύχρωμα και τεράστια τριαξονικά που έχουν αράξει στη γειτονιά, ρωτάνε από πού ερχόμαστε.
Σιγά σιγά η παρέα μεγαλώνει, τα πιτσιρίκια ξεφυτρώνουν ένα ένα από τις πολυκατοικίες απέναντι και συνεχίζουν το παιχνίδι τους με μια μπάλα μπάσκετ. Δυο κοριτσάκια μάς προσφέρουν κρινάκια, κάποια άλλα παιδιά θέλουν να ανταλλάξουμε κέρματα. Δραχμές με δηνάρια. Ο Μπάμπης και ο Γιάννης, δύο από τους οδηγούς, έχουν μετατρέψει την αγκαλιά τους σε καλάθι, κορίτσια και αγόρια μαζί προσπαθούν να σκοράρουν. Οταν έρχεται ο Πάσαρ, ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Λούκας ο συνομήλικος του, ένα κοντοκουρεμένο σπίρτο, που μιλά σπαστά αγγλικά και το παίζει αρχηγός βγαίνει έξω από το παιχνίδι. «Είναι Αλβανός», δικαιολογείται. «Είναι φίλος μας», του λέμε. «Εγώ πάντως δεν παίζω μαζί του», δηλώνει ανένδοτος και αποχωρεί.

«Κι εμείς είμαστε Ελληνες, αλλά παίζουμε μαζί σας», του λέμε. Θυμώνει, πάει στον «αγωνιστικό χώρο», μαζεύει μερικά παιδιά δίπλα του αφήνοντας απέναντι μια ομάδα πιτσιρικάδων.

«Αυτοί εδώ είναι Σέρβοι», μας λέει.

– Και οι άλλοι;

«Αυτοί εδώ είναι Αλβανοί, αυτές Τουρκάλες κι αυτός Ρομά», απαντά.

Οταν πίσω από το συννεφιασμένο ουρανό ακούγεται ο μηχανικός θόρυβος από τα «φτερά των αγγέλων» τα μικρά συσπειρώνονται γύρω μας αδιακρίτως.

Τα σχολεία έχουν σταματήσει να λειτουργούν από τη μέρα που ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί. Σκέφτεσαι ότι αυτά τα παιδιά, που ζουν στην ίδια πολυκατοικία, πήγαιναν στο ίδιο σχολειό, ίσως κάθονταν και στο ίδιο θρανίο. Κάποτε… Σκέφτεσαι ότι αυτός ο πόλεμος, ο ακήρυκτος, είναι αόρατος. Πρόλαβε να δηλητηριάσει τις παιδικές ψυχές πριν αυτές καταλάβουν την κοινή μοίρα που ενώνει όλους τους ανθρώπους, το θάνατο που παραμονεύει αθέατος πάνω από τα κεφάλια τους. Ακούγονται εκρήξεις, αλλά δεν γνωρίζεις τι μπορεί να τις προκαλεί κάθε φορά. Βόμβες, πύραυλοι, ρουκέτες, αντιαεροπορικά; Ο συναγερμός πάντως δεν παρακολουθεί τις πτήσεις και τις εκρήξεις. Εχει το δικό του ωράριο. Πότε ξημερώματα, πότε το μεσημέρι για να σημάνει τη λήξη και πότε αργά το βράδυ.

Ο θόρυβος των αεροπλάνων αποτελεί πια μόνιμη ηχητική υπόκρουση. «Πάλι περνάει ο Τζεφ», αστειεύεται ένας οδηγός. Κάνουμε πως δεν ακούμε. Ακόμη και τις εκρήξεις. Ο Χάρης, ένας Κατερινιώτης οδηγός, φέρνει το μπουζούκι του. Ο Λούκας ζητάει τον Ζορμπά, τα μικρά κάθονται όλα μαζί, αρχίζει το τραγούδι, ενώ τρεις πιτσιρίκες μάς χαρίζουνε ένα χασαποσέρβικο.

Νύχτες – Εφιάλτης

Η Ντάνα είναι μια περιποιημένη ασπρομάλλα συνταξιούχος, Σέρβα, που διασχίζει το δρόμο. Στέκεται και μας κοιτά, ξεκινάει την κουβέντα, επιμένει να μας κεράσει κάτι. «Το βράδυ βομβάρδισαν έναν ηλεκτρικό σταθμό και δεν έχουμε ρεύμα σήμερα», μας λέει. Περιγράφει τα βράδια σαν εφιάλτες. Τότε που η πόλη συσκοτίζεται, οι θόρυβοι διογκώνονται απειλητικά και ο φόβος πολιορκεί τον κόσμο. «Κανείς μας δεν θέλει το ΝΑΤΟ».

– Πώς τα πάτε με τους Αλβανούς;

«Αλβανοί είναι το 80% του πληθυσμού εδώ. Αυτοί ίσως το θέλουν». Κι ας μην κάνουν διακρίσεις οι βόμβες…

Ο Μίλαν είναι 18 χρονώ και ο Ντεν, που φοράει ένα στόχο στο αριστερό μέρος του γιλέκου του, 23. Μας φέρνουν ένα μπουκάλι κονιάκ, θέλουν να πιούμε από αυτό και να το κρατήσουμε. Ζουν σε ένα κτίριο δίπλα από το νοσοκομείο τα τελευταία τέσσερα χρόνια μαζί με ακόμη 90 προσφυγόπουλα και οικογένειες από την Κράινα. «Το ΝΑΤΟ τούς σκοτώνει όλους, χωρίς διακρίσεις». Μας μιλάνε για την ισοπέδωση του ταχυδρομείου στο κέντρο της πόλης, για τις ρουκέτες που άφησαν πίσω τους, εκτός από συντρίμμια, και νεκρούς ανθρώπους. Αλβανούς και Σέρβους. «Είμαστε τυχεροί που ζούμε…».

Θα πολεμούσατε σε αυτόν τον πόλεμο;

– Ναι, για τη ζωή μας. Αλλωστε εμείς τώρα μένουμε εδώ, δεν έχουμε πού αλλού να πάμε…

Η Σένια περπατάει με σκυφτό το κεφάλι το οποίο σκεπάζει με ένα σκούφο. Πιανόμαστε από ένα βλέμμα της για να αρχίσουμε την κουβέντα. «Είμαι Αλβανή», λέει και σπεύδει να συμπληρώσει πως η μητέρα της είναι από την Κροατία. Σκέφτεσαι πως το μεγαλύτερο θύμα σε αυτόν τον αόρατο πόλεμο είναι το άλλοτε επίτευγμα της Γιουγκοσλαβίας: πως κάποτε οι άνθρωποι έκαναν μικτούς γάμους, χριστιανοί με μουσουλμάνους, Κροάτες με Σέρβους ή Αλβανούς, ένα ψηφιδωτό μακράν του Μεσαίωνα, που αδιαφορούσε για θρησκείες ή φυλές.

– Τι γίνεται εδώ;

«Θα δεις μόνη σου».

– Φεύγω αύριο και ίσως δεν προλάβω…

«Κοίταξε, υπάρχουν και καλοί Σέρβοι. Οπως υπάρχουν και κακοί Αλβανοί, οι διαμελιστές. Οι βόμβες του ΝΑΤΟ όμως μας σκοτώνουν όλους».

– Και πώς συμβιώνετε;

«Αχ, δες το νοσοκομείο. Τώρα πια δεν υπάρχει κανείς γιατρός ή εργαζόμενος Αλβανός. Σε αντίθεση με τους ασθενείς. Ολα ξεκινούν από εδώ», λέει δείχνοντας το κεφάλι της…

Ο Ιβαν Βούσετιτς, ένας ηλικιωμένος κύριος, μας πλησιάζει με ένα φαρμακευτικό σκεύασμα στα χέρια. Είναι ένα φάρμακο για τα μάτια του, που ούτε στο νοσοκομείο δεν μπόρεσε να το βρει. «Εχω γυρίσει όλα τα φαρμακεία. Σας παρακαλώ μπορείτε να μου το στείλετε;», μας ρωτάει και μας δίνει τη διεύθυνσή του.

Στο νοσοκομείο η διευθύντρια της νευροψυχιατρικής κλινικής, Κόζα Μπάρατς, διακόπτει τον καθημερινό της αγώνα με τις ελλείψεις ακόμη και τροφής -σύμφωνα με κλιμάκιο των Γιατρών του Κόσμου που προηγήθηκε της δικής μας αποστολής τα τρόφιμα για τη σίτιση προσωπικού και ασθενών είχαν εξαντληθεί- και μας υποδέχεται θερμά. Μας σφίγγει στην αγκαλιά της και δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης, αλλά και απελπισίας…

Ο Βόγιο είναι ένας Σέρβος που δουλεύει στο νοσοκομείο και δέχεται να μας πάει μια βόλτα στην πόλη να δούμε τις βομβαρδισμένες περιοχές. Σε αρκετές από αυτές υπάρχει στρατός. Ισως στα ήδη κατεστραμμένα να είναι πιο ασφαλής… Ο Γιώργος, ένας από τους οδηγούς που είχε σπουδάσει στην εδώ Γυμναστική Ακαδημία, θυμάται πως κάποτε η πόλη στα σπλάχνα της οποίας κείτονται τα συντρίμμια ήταν γεμάτη ανθρώπους που φορούσαν άσπρα σκουφάκια, Αλβανούς. «Μα δεν έχει μείνει κανένας;», αναρωτιέται μεγαλόφωνα. Οι Αλβανοί, που συνεχίζουν να είναι η πλειονότητα, κυκλοφορούν στους δρόμους, αλλά είναι πολύ επιφυλακτικοί στις κουβέντες τους. Τους βλέπεις να ανηφορίζουν στο παζάρι. Η εικόνα της πόλης δεν είναι αυτή της καταστροφής που έχουμε από την τηλεόραση.

Τη φρίκη μπορείς να την υποψιαστείς στα απομεινάρια των βομβαρδισμών: στο γκρεμισμένο σταθμό λεωφορείων, στα βομβαρδισμένα κρατικά κτίρια, στις ανατιναγμένες δεξαμενές καυσίμων. Ο χώρος γύρω από το ταχυδρομείο στην καρδιά της Πρίστινα έχει ισοπεδωθεί, μαζί με τα μαγαζιά και τα σπίτια που ήταν τριγύρω. Δυο στεφάνια από λουλούδια βρίσκονται ακουμπισμένα στα χαλάσματα που πήραν μαζί τους για λόγους «ανθρωπισμού» πάνω από 10 ζωές. Ανθρώπινες. Σε αυτού του είδους τις απώλειες κανείς δε νοιάζεται να μάθει τι εθνικότητας είναι το συνήθως άμαχο θύμα.

Ανθρωπισμός

«Προσπαθούμε να κάνουμε πως ζουμε κανονικά, αλλά τίποτα δεν είναι πια κανονικό. Ο πόλεμος είναι μια ανοησία όποιος κι αν τον κάνει», μας λέει η Ντράγκαν κρατώντας το μωρό της στην αγκαλιά και καλώντας μας να μας ψήσει έναν καφέ. Κι ας μην έχει ρεύμα…

Ο Σάσα είναι ένας ψηλός ξανθός Μαυροβούνιος στρατιώτης, παντρεμένος με μια Ελληνίδα από τη Λάρισα, που μιλάει άπταιστα ελληνικά. Μας φέρνει μια πλαστική σακούλα με αναψυκτικά, μας χαιρετάει εγκάρδια. Γύρισε στη Σερβία για να καταταγεί.

– Και όσα λένε ότι κάνετε στους Αλβανούς;

«Κοίταξε να δεις, εμείς είμαστε στρατιώτες, δεν είμαστε τρομοκράτες. Δε σκοτώνουμε παιδιά και άμαχους. Μόνο όσοι κρατάνε όπλα κακοπερνάνε μαζί μας», μας απαντά. Σε αυτόν τον αόρατο πόλεμο ο στρατός είναι πανταχού πάρων σε ρόλο διακοσμητικό. Πολεμούν χωρίς έλεος και κανόνες οι αφανείς αλλά γνωστές παραστρατιωτικές ομάδες του φανατισμού. Μερίδιο στην ευθύνη τόσο σε Σέρβους «τίγρεις» όσο και σε Αλβανούς «Ουτσεκάδες».

Το βράδυ συναντάμε τους δημοσιογράφους στο ξενοδοχείο όπου καταλύουν. Είναι όλοι τους σοκαρισμένοι από τους πυραύλους που έπεσαν σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα, στη νότια Σερβία, και το τι είδαν εκεί. Απανθρακωμένα και διαμελισμένα πτώματα, ακόμη και μικρών παιδιών…

Το κομβόι της Ευρωπαϊκής Προοπτικής, ενός ελληνικού μη κυβερνητικού οργανισμού που είχε αναλάβει τη διανομή της ελληνικής ανθρωπιστικής βοήθειας στο Κοσσυφοπέδιο, ξεκίνησε το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας από το Καλλιμάρμαρο. Το αποτελούσαν δυο τζιπ και 11 νταλίκες -κοντέινερ και διπλά φορτηγά- που μετέφεραν 200 τόνους τρόφιμα, μέρος της βοήθειας των υπουργείων Εξωτερικών και Γεωργίας. Στην Πρίστινα έφτασε την περασμένη Τετάρτη, μέσω ΠΓΔΜ. Εκτεινόμενη η εφοδιοπομπή ξεπερνούσε τα 200 μέτρα μήκος. Προσέγγισε την πληγωμένη πόλη από έναν δρόμο στα ανατολικά, ώστε να αποφύγει το μεγάλο ρεύμα των προσφύγων που κατακλύζουν την κύρια οδική αρτηρία που οδηγεί στα σύνορα της ΠΓΔΜ.

Αντίχειρας, δείκτης, μέσος. Τρία δάχτυλα υψώνονταν στο διάβα του. «Αυτό δεν είναι το σήμα της νίκης, αλλά του σταυρού, της Ορθοδοξίας», μας πληροφόρησε ο Γιώργος ο φορτηγατζής, που είχε σπουδάσει στη Γιουγκοσλαβία. Σε μερικά μόνο χωριά δεν το συναντήσαμε. Σε αυτά έβλεπες μεμονωμένα σπίτια καμένα. Συναντήσαμε ένα που ακόμη άχνιζε. Σίγουρα όχι λόγω βομβαρδισμών. Ηταν έρημα. Χωρίς ζωή και κατοίκους. Σποραδικά στρατιωτικά μπλόκα στους δρόμους. Σλίβοβο, Παράλοβο, Γνιλιάνε, Σιλόβο, Κμέτοβιτς. Σε ένα χωριό, προφανώς μουσουλμάνων οι άνθρωποι μάς χαιρετούσαν και με τα δυο χέρια. Ενας ηλικιωμένος κύριος πήρε τη μια χούφτα του μέσα στην άλλη σε μια χειρονομία ευγνωμοσύνης. Πιο κοντά στα σύνορα έβλεπες ανθρώπους να καλλιεργούν τη γη τους ή να ψαρεύουν στο ποτάμι. Αραιά και που συναντούσαμε ομάδες ολιγάριθμων προσφύγων στην άκρη του δρόμου.

Πριν διασχίσουμε το νότο της Σερβίας, το Κοσσυφοπέδιο, για να φτάσουμε στην Πρίστινα, όπου μείναμε δυο μέρες και μια νύχτα, περάσαμε μια ολόκληρη μέρα διατρέχοντας την ΠΓΔΜ. Καθυστερήσεις λόγω των τελωνειακών διατυπώσεων. Από εδώ ξεκινούσε ο πόλεμος. Εβλεπες παντού ΝΑΤΟϊκά άρματα πίσω από τις συστάδες των δένδρων, ΝΑΤΟϊκές βάσεις εκεί που κάποτε ήταν ξενοδοχεία στις παρυφές των δρόμων, συναντούσες πιο τακτικά στρατιωτικά τζιπ και οχήματα στα χρώματα του πολέμου με τη χαρακτηριστική γωνιά «Λ», διακριτικό του ΝΑΤΟ, να τα σημαδεύει, παρά σλαβομακεδονικές αρχές. Φτάνοντας στα σύνορα με Σερβία μάθαμε ότι στο Κουμάνοβο άγνωστοι είχαν επιτεθεί με αυτοσχέδιες βόμβες κατά ενός ξενοδοχείου όπου κατέλυαν ΝΑΤΟϊκοί.

«Stop the war»

Στα σύνορα Ελλάδας – ΠΓΔΜ πιάνουμε την κουβέντα σε έναν κοκκινομάλλικο σχεδόν αμούστακο νεαρό, που δεν θα ‘ταν πάνω από 20 χρονώ.

– Από πού είσαι;

«Από την Αγγλία», απανταει. Φοράει μαύρο μπερέ και στη στολή του έχει κεντημένα με μαύρα γράμματα το όνομά του: «Σάντερσον».

– Βρίσκεις να σε αφορά αυτός ο πόλεμος σε περίπτωση που σου πούνε να πολεμήσεις;

«Ούτε ξέρω τι γίνεται, έχω μόνο μία βδομάδα εδώ. Δεν ξέρ άλλωστε τι σημασία έχει»…

Ξημερώματα Παρασκευής φτάνουμε στην Ελλάδα. «Σταματήστε τον πόλεμο, Stop the war», είναι το σύνθημα που φώτιζε το φεγγάρι καθώς γέμιζε: ήταν γραμμένο με σπρέι σε τοίχους ή κρεμόταν από πανό σε γέφυρες σε όλη τη διαδρομή από τους Ευζώνους.

Γέφυρες, αυτά τα σύμβολα επικοινωνίας και επαφής, που συνενώνουν τις δυο όχθες, τις αντικριστές, τις απέναντι, και σε τούτον εδώ τον αόρατο «ανθρωπιστικό» πόλεμο των πολιτισμένων αποτελούν τον πρώτο στόχο…


Λεζάντες:

  • Δύο στεφάνια στη μνήμη των 10 ανθρώπων που σκοτώθηκαν από την επίθεση του ΝΑΤΟ στο κέντρο της Πρίστινα: συντρίμμια εκεί που άλλοτε ήταν το ταχυδρομείο, σπίτια και καταστήματα
  • Χασαποσέρβικο στην Πρίστινα: προσπαθώντας να σβήσει την ακουστική από τα «φτερά των αγγέλων» ο Χάρης ο φορτηγατζής πήρε το μπουζούκι του κι έπαιξε για τα παιδάκια που συνάντησε το κομβόι
  • Το κομβόι της «Ευρωπαϊκής Προοπτικής» με την ανθρωπιστική βοήθεια, μόλις έχει μπει στην Πρίστινα: οι επικεφαλής του ο γενικός διευθυντής Αγγελος Λάσκαρης και ο γενικός γραμματέας Παντελής Σηλιάς χαιρετούν το φακό
  • «Μόνον όσοι κρατάνε όπλα κακοπερνάνε μαζί μας», μας λέει ο Σάσα, στρατιώτης από το Μαυροβούνιο, σε άπταιστα ελληνικά
  • Συναντάς ανθρώπους στους δρόμους να πηγαίνουν στη δουλειά τους ή στην αγορά: στη δίνη του πολέμου, το να συνεχίζεις τη ροή της καθημερινότητας ίσως αποτελεί αντίσταση…
  • Σποραδικά καμένα σπίτια και έρημα χωριά στη διαδρομή προς την Πρίστινα: το συγκεκριμένο, από το χωριό Σλίβοβο

 

Συντάκτης: Σωτήρχου
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ημ/νία: 05/05/1999
Κατηγορία: Αποστολή

Advertisements