Posts Tagged ‘ναρκωτικά’

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΚΕΘΕΑ: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΚΑΤ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ, ΚΑΘΕ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ»

Κάθε εξάρτηση και μια ιστορία

Συνέντευξη Στην ΙΩΑΝΝΑ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

Δεν υπάρχουν «θαυματουργές λύσεις και μαγικά φάρμακα» σε ό,τι αφορά την απεξάρτηση, μας λέει ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος, από τα ιδρυτικά στελέχη των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ το 1983 και διευθυντής του οργανισμού από το 1995.

Αρκεί μονάχα να αναλογιστούμε τι μπορεί να κρύβει ένας προσδιορισμός όπως αυτός του χρήστη: από τον έφηβο περιστασιακό χρήστη μέχρι τον χρόνια εξαρτημένο υπάρχουν τόσες διαφορές όσες και θεραπευτικές προσεγγίσεις, η καταλληλότητα των οποίων κρίνεται κάθε φορά από το άτομο και το τι του ταιριάζει. Πόσες, όμως, υπηρεσίες μπορεί να είναι διαθέσιμες σε καιρό κρίσης; Στο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε «Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις, οι Κοινότητες της Αλλαγής» (εκδόσεις «Τόπος») ο κ. Πουλόπουλος, που τυγχάνει και πρόεδρος της Επιστημονικής και Συμβουλευτικής Επιτροπής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων, δεν αρκείται σε μια ιστορική αναδρομή στη φιλοσοφία και την πορεία των θεραπευτικών κοινοτήτων στον κόσμο και στην Ελλάδα αλλά θίγει και τις σημερινές προκλήσεις, επιχειρώντας «να απαντήσει στα ερωτήματα αν η κοινωνική εργασία και η δημοκρατία μπορούν να λειτουργήσουν και θεραπευτικά», όπως σημειώνει στο προλογικό του σημείωμα ο καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ, Νίκος Παρασκευόπουλος.

Με αφορμή αυτήν την έκδοση, η «Ε» μίλησε μαζί του.

* Επειτα από 28 χρόνια ενασχόλησης με τις θεραπευτικές κοινότητες, έχετε καταλήξει σε κάτι που θεωρείτε εξαιρετικά σημαντικό;

«Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία, τους δικούς του λόγους που τον οδήγησαν στη χρήση, τον κρατούν σε αυτήν ή μπορούν να τον οδηγήσουν στην απεξάρτηση. Οι προκατασκευασμένες απαντήσεις για την αιτιολογία της εξάρτησης, το βαθμό κινητοποίησης για θεραπεία, όπως και για τους τρόπους αντιμετώπισης, μπορεί να διευκολύνουν τους ειδικούς, αλλά όχι απαραίτητα τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από βοήθεια. Χρειάζεται να δούμε τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει και να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του».

**Εχουν ανατραπεί θεωρήσεις ή πρακτικές έπειτα από τόσα χρόνια;

«Ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν θαυματουργές λύσεις και μαγικά φάρμακα. Ξέρουμε, επίσης, ότι δεν υπάρχει ένας και μοναδικός παράγοντας που οδηγεί στη χρήση και ότι ένα θεραπευτικό πρόγραμμα που μπορεί να ήταν αποτελεσματικό στο παρελθόν, για να παραμείνει τέτοιο χρειάζεται να αλλάζει και να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και στις νέες ανάγκες. Σήμερα, για παράδειγμα, η οικονομική κρίση μπορεί να οδηγήσει στην κατάχρηση ανθρώπους που ποτέ στο παρελθόν δεν αντιμετώπιζαν τέτοια προβλήματα, αλλά τώρα βρίσκονται σε αδιέξοδο λόγω της ανεργίας, της σημαντικής μείωσης του εισοδήματος, της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας που επικρατεί στην κοινωνία μας. Σε αυτές τις συνθήκες χρειάζεται συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικά προγράμματα, φορείς και υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής φροντίδας και ένταξης, για να είμαστε αποτελεσματικοί».

Η οικογένεια

* Στο βιβλίο γίνεται μια συστηματική καταγραφή των ποικίλων παραγόντων που μπορεί να οδηγήσουν στην κατάχρηση ουσιών και την εξάρτηση. Ποιος είναι ο ρόλος της οικογένειας;

«Η οικογένεια σε πολλές έρευνες έχει συνδεθεί με την αιτιολογία της εξάρτησης. Η κατάχρηση ουσιών από τους γονείς, η γονεϊκή παραμέληση και κακοποίηση, το χαοτικό και δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, οι ανεπίλυτες μακροχρόνιες συγκρούσεις μεταξύ των γονέων και η «χρησιμοποίηση» των παιδιών από τους γονείς στις μεταξύ τους συγκρούσεις αποτελούν ορισμένους από τους επιβαρυντικούς οικογενειακούς παράγοντες. Ωστόσο, υπάρχουν έρευνες που έχουν δείξει ότι η οικογένεια παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση για θεραπεία, την απεξάρτηση, την επανένταξη και την πρόληψη της υποτροπής. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου επτά στους δέκα χρήστες διαμένουν με την οικογένειά τους και οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν ισχυροί, ο ρόλος της οικογένειας στην απεξάρτηση είναι πολύ σημαντικός. Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να ενοχοποιείται η οικογένεια και να παραγνωρίζεται ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος, που ωθεί στη χρήση είτε λόγω των δυσμενών συνθηκών είτε λόγω της εύκολης πρόσβασης και διαθεσιμότητας των ουσιών».

* Τι θεωρείται σημαντικό για την απεξάρτηση;

«Υπάρχουν δύο βασικές έννοιες στην απεξάρτηση: η ετοιμότητα για θεραπεία και η καταλληλότητα της θεραπείας. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να υπάρχει ευρύ φάσμα προγραμμάτων που να απευθύνεται στους εξαρτημένους με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τη φάση στην οποία βρίσκονται. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι διαθέσιμα προγράμματα για εφήβους, ενηλίκους, εργαζομένους, γονείς, φυλακισμένους, αποφυλακισμένους, αστέγους, αλλά και προγράμματα μείωσης της βλάβης γι’ αυτούς που δεν είναι έτοιμοι ή δεν θέλουν να απεξαρτηθούν, προγράμματα απεξάρτησης και κοινωνικής ένταξης γι’ αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τη ζωή τους. Αν κάποιος αντιμετωπίζει πρόβλημα προσωπικά ή στην οικογένειά του μπορεί να τηλεφωνήσει στο 1145, που είναι η γραμμή βοήθειας του ΚΕΘΕΑ, για υποστήριξη και πληροφορίες. Επίσης στην ιστοσελίδα του ΚΕΘΕΑ (www.kethea.gr) μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες τόσο για τα θεραπευτικά προγράμματα όσο και για την εξάρτηση».

Η οικονομική κρίση

* Ποιος ο ρόλος της τωρινής συγκυρίας -οικονομική κρίση, αύξηση ανεργίας και εργασιακής ανασφάλειας- στην κατάχρηση ουσιών και στην τοξικοεξάρτηση;

«Η οικονομική κρίση, η ανεργία και η ανασφάλεια ευνοούν την εξάπλωση της χρήσης νόμιμων και παράνομων ουσιών και άλλες μορφές εξάρτησης, όπως ο τζόγος. Ορισμένοι άνθρωποι, μέσα στο ψυχολογικό και το κοινωνικό αδιέξοδο που βιώνουν, προσπαθούν να ανακουφιστούν πίνοντας αλκοόλ, ψυχοφάρμακα ή και παράνομες ουσίες και αναζητούν μια καλύτερη τύχη στον τζόγο. Αυτή η συμπεριφορά τούς βάζει πιο βαθιά στην κρίση και επιδεινώνει την κατάστασή τους».

* Πιστεύετε ότι η αντιμετώπιση του χρήστη είναι η ενδεδειγμένη από την πολιτεία;

«Οχι όσο θα μπορούσε να είναι. Θα μπορούσε να υπάρχει ένα νομοθετικό πλαίσιο που δεν θα οδηγούσε τους εξαρτημένους στη φυλακή, πολύ συχνά με εξοντωτικές ποινές, που δεν θα τους στιγμάτιζε και θα τους έδινε τη δυνατότητα να ακολουθήσουν το δρόμο της αλλαγής. Η απεξάρτηση μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση στη φυλάκιση για όσους έχουν όχι μόνο προβλήματα με το νόμο, για κατοχή και χρήση, αλλά και για τα συναφή αδικήματα. Πολύ συχνά οι εξαρτημένοι αναγκάζονται να παρανομούν για να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Η πολιτεία χρειάζεται να τους εξασφαλίσει την πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας θεραπευτικές υπηρεσίες είτε στην κοινωνία είτε στη φυλακή. Η χορήγηση μιας ουσίας όπως είναι τα υποκατάστατα δεν αρκεί για να αποκόψει κάποιον από την πιάτσα, το περιθώριο και το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται. Σίγουρα χρειάζεται να γίνουν πολύ περισσότερα…».

* Υπάρχει κάποιο πρόγραμμα θεραπείας ίσως σε κάποια άλλη χώρα ή κάποια φιλοσοφία αντιμετώπισης που «ζηλεύετε», με την έννοια ότι θα θέλατε να εφαρμόζεται και στη χώρα μας;

«Υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι από άλλες χώρες που «ζηλεύουν» τα προγράμματα του ΚΕΘΕΑ, τα οποία θεωρούνται από τα καλύτερα στον κόσμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεκάδες επιστήμονες, ερευνητές και καθηγητές πανεπιστημίου από όλο τον κόσμο, όταν ενημερώθηκαν για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΚΕΘΕΑ, λόγω της οικονομικής κρίσης, έσπευσαν να στείλουν μηνύματα συμπαράστασης για το ΚΕΘΕΑ στο γραφείο του πρωθυπουργού, αναφερόμενοι στην υψηλή ποιότητα υπηρεσιών που παρέχει και στη σημασία που έχει η λειτουργία του για την κοινωνική φροντίδα, ιδιαίτερα την περίοδο της κρίσης. Αν εγώ «ζηλεύω» κάτι, είναι ο τρόπος που διαμορφώνεται η εθνική στρατηγική για τα ναρκωτικά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως, για παράδειγμα, η Αγγλία, με διάλογο, συμμετοχή των φορέων και της κοινωνίας των πολιτών, στόχους και χρονοδιαγράμματα που υλοποιούνται. Στη χώρα μας, αντίθετα, ξοδεύεται πολλή ενέργεια για την κατάρτιση εθνικών σχεδίων δράσης που παραμένουν στα χαρτιά». *

δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» στις 10/12/2011

Advertisements

Δανείστηκε τον όρο «κοινωνικός έλεγχος» από τη φιλολογία της εποχής Κένεντι περί αντεπαναστατικής κατασκοπείας, που είχε τότε στόχο τις κοινωνικές αναταραχές στη νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική. Για τον Αμερικάνο στοχαστή, καθηγητή Γλωσσολογίας και Φιλοσοφίας και μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Επιστημών, Νόαμ Τσόμσκι, ακόμη και ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εργαλείο κοινωνικού ελέγχου.
Οπως εξηγεί σε συνέντευξή του στο περιοδικό «High Times» -έντυπο από δεκαετίες γνωστό για τις προχωρημένες θέσεις του απέναντι στις ουσίες- «μπορείς να ελέγχεις τους ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Ο ένας είναι απλώς με τον τρόμο και τη βία, τις βόμβες ναπάλμ και άλλα όπλα. Ομως αναπτύσσονται και άλλα μέτρα ελέγχου του πληθυσμού για να διατηρούν τους ανθρώπους υποταγμένους, που κλιμακώνονται από την προπαγάνδα μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η προπαγάνδα είναι πιο αποτελεσματική όταν συνδυάζεται με τον τρόμο».

Ο σύγχρονος πόλεμος που διεξάγουν σήμερα οι ΗΠΑ και θεωρείται η πεμπτουσία της δημοκρατίας, περιγράφεται ως μηχανισμός κατασκευής συναίνεσης και είναι ο «αγώνας για το νου των ανθρώπων»: Δηλαδή πρόκειται για «μέτρα που εξασφαλίζουν ότι το κοινό παραμένει παθητικό, απαθές, πειθήνιο και δεν ασχολείται με τις προνομιούχες τάξεις ή την εξουσία».

Τώρα, πώς συνδέεται με όλα αυτά και ο εν λόγω πόλεμος;

«Ενας από τους παραδοσιακούς και προφανείς τρόπους κοινωνικού ελέγχου σε κάθε κοινωνία, είτε στρατιωτική δικτατορία είτε δημοκρατία, είναι να φοβίζεις. Οταν οι ανθρωποι φοβούνται, είναι πιο επιρρεπείς στην παραχώρηση εξουσιών σε ανωτέρους τους, για να τους προστατέψουν. Ετσι ο φόβος των ναρκωτικών ή του εγκλήματος προκαλείται συχνά από το κράτος και την επιχειρηματική προπαγάνδα.

Ταξικός «πόλεμος»

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών είναι μια προσπάθεια διέγερσης του φόβου για επικίνδυνα άτομα από τα οποία πρέπει να προστατευθούμε. Είναι επίσης ένας άμεσος τρόπος ελέγχου αυτών που αποκαλούνται «επικίνδυνες τάξεις», αυτών των περιττών ανθρώπων που στην πραγματικότητα δεν συνεισφέρουν στην παραγωγή κερδών και πλούτου, και κατά κάποιο τρόπο χρειάζονται να τους συντρέξουν».

Και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, όπου η οικονομική πολιτική στη δεκαετία του ’80 διεύρυνε την ανισότητα, την ανασφάλεια και τη φτώχεια, ένα μέτρο ελέγχου είναι και οι συλλήψεις για ναρκωτικά:

«Αρκεί να δει κανείς τις διακυμάνσεις στη ζήτηση της μαριχουάνας. Οταν η χρήση της ήταν αυξημένη, στα τέλη του 1970, δεν υπήρχε μεγάλη σύνδεσή της με την εγκληματικότητα. Δεν πήγαινες φυλακή για κατοχή μαριχουάνας τότε, επειδή οι άνθρωποι που τη χρησιμοποιούσαν ήταν ωραίοι τύποι σαν και μας, τα παιδιά των πλούσιων. Κι αυτούς δεν τους πετάς στη φυλακή όπως δεν πετάς στη φυλακή στελέχη επιχειρήσεων (…). Αλλά εκεί, γύρω στο ’80, η χρήση διάφορων «ανθυγιεινών» ουσιών άρχισε να μειώνεται στις ομάδες των περισσότερο μορφωμένων ατόμων: εκτός από τη μαριχουάνα, το τσιγάρο και το αλκοόλ, μειώθηκε η κατανάλωση κόκκινου κρέατος και καφέ. Ωστόσο η χρήση παρέμεινε σταθερή στα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού: τους άστεγους, τους μαύρους και τους ισπανόφωνους.

Αν ρίξουμε μια ματιά σε αυτές τις τάσεις, θα διαπιστώσουμε πως όταν κηρύσσουμε τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, ξέρουμε ακριβώς ποιους θα τσιμπήσουμε: φτωχούς και μαύρους και όχι εύπορους, λευκούς. Αυτούς δεν τους κυνηγούν έτσι κι αλλιώς. Στο μεγάλο – μέσο αστικό προάστιο όπου ζω, η αστυνομία δεν θα εισβάλει στο σπίτι κάποιου επειδή σνιφάρει κοκαΐνη. Υπάρχουν λοιπόν πολλοί παράγοντες που δίνουν σε αυτόν τον πόλεμο χαρακτήρα πολέμου κατά των φτωχών και των έγχρωμων».

Επίσης, η τρομακτική αύξηση του πληθυσμού στις φυλακές έχει σχέση με τα ναρκωτικά.

Ποιους συμφέρει

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο καθηγητής, περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους στις ομοσπονδιακές φύλακες και περίπου το ένα τέταρτο των κρατούμενων στις πολιτειακές έχουν καταδικαστεί για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. «Στη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, μια συναλλαγή 20 δολαρίων στο δρόμο ή κατοχή μιας ουγκιάς (περίπου 28,35 γραμμ.) κοκαΐνης τιμωρείται με την ίδια ποινή που επιβάλλεται για το αδίκημα του εμπρησμού με πρόθεση το φόνο».

Ετσι ο αριθμός των φυλακισμένων άγγιζε τρομακτικά ύψη όταν το έγκλημα ήταν σταθερό, στα τέλη δε της δεκαετίας του ’80 στις ΗΠΑ έφτανε στο μεγαλύτερο ποσοστό συγκριτικά με τον πληθυσμό, παγκόσμια και μάλιστα μακράν κάθε άλλης βιομηχανικής κοινωνίας. Ποιους συμφέρει αυτό;

«Πάνω απ’ όλα πρόκειται για κρατική βιομηχανία. Από το 1930 κάθε επιχειρηματίας κατάλαβε ότι η ιδιωτική κεφαλαιοκρατική οικονομία πρέπει να εξασφαλίζει τεράστια κρατικά κονδύλια· το μόνο ερώτημα ήταν με ποια μορφή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό έγινε μέσω του στρατιωτικού συστήματος. Οι πιο δυναμικοί κλάδοι της οικονομίας -υπολογιστές, διαδίκτυο, αεροναυπηγική, φαρμακευτικά- τροφοδοτούνται από το στρατιωτικό σύστημα. Αλλά η βιομηχανία ελέγχου του εγκλήματος, όπως την αποκαλούν οι εγκληματολόγοι, έχει εξελιχθεί στην ταχύτερα ανερχόμενη βιομηχανία στην Αμερική. Και είναι κρατική βιομηχανία, δημόσια χρηματοδοτούμενη. Είναι και αυτή όπως η κατασκευαστική, η κτηματομεσιτική και η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας. Διαθέτει σε επαρκή βαθμό αυτό που η υψηλή τεχνολογία και οι στρατιωτικοί εργολάβοι βλέπουν ως αγορά για εφαρμογή ανώτατων τεχνικών ελέγχου και επιτήρησης, ώστε να είναι εφικτή η παρακολούθηση των ανθρώπων στις ιδιωτικές τους δραστηριότητες με περίπλοκες ηλεκτρονικές συσκευές και υπερκομπιούτερ (…)».

Φτηνά χέρια

Παράλληλα η φυλακή προσφέρει μια τρομερή εργατική δύναμη, φθηνή, ανοργάνωτη. Οι εργαζόμενοι δεν ζητάνε δικαιώματα, δεν απασχολεί η ιατρική περίθαλψη, αφού το Δημόσιο τα πληρώνει όλα. «Είναι αυτό που αποκαλούν μια ελαστική εργασία, από αυτή που αρέσει στους οικονομολόγους: χρησιμοποιείς τους εργάτες όταν τους θες και τους πετάς όταν δεν τους θες».

Σε αυτού του είδους την εργατική δύναμη, ο Τσόμσκι βλέπει την αναγέννηση μιας αμερικανικής παράδοσης, της μεγάλης βιομηχανικής επανάστασης στο Νότο στις αρχές του αιώνα, που αφορούσε την εργασία στη φυλακή.

«Στο Ορεγκον και την Καλιφόρνια αναπτύσσεται μια σημαντική υφαντουργική βιομηχανία στις φυλακές, με εξαγωγές στην Ασία. Την ίδια στιγμή που οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν για την εργασία στις φυλακές της Κίνας, η Καλιφόρνια και το Ορεγκον εξήγαγαν φτιαγμένα από κρατούμενους υφάσματα στην Κίνα. Στην Πολιτεία της Ουάσινγκτον οι εργαζόμενοι στην εταιρεία «Μπόινγκ» διαδηλώνουν για την εξαγωγή εργασίας στην Κίνα, αλλά μάλλον αγνοούν ότι η δουλειά τους ανατίθεται στις κοντινές φυλακές, όπου γίνεται σε συνθήκες που ενθουσιάζουν τη διοίκηση για προφανείς λόγους».

Ο καθηγητής θεωρεί ότι θα ‘πρεπε να είναι ιδιαίτερο αντικείμενο έρευνας η διακίνηση παράνομου χρήματος σε μέρη που δεν ελέγχονται. «Αυτό δεν αποτελεί θέμα για το υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο κυνηγά ένα μαυράκι στο γκέτο, επειδή έχει ένα τσιγαριλίκι στην τσέπη». Εκτιμά ακόμη πως το 60% των χρημάτων από το μισό τρισεκατομμύριο δολάρια που φτάνει ο τζίρος από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών ετησίως, περνάει από τις τράπεζες της χώρας του, για να πάρει στη συνέχεια το δρόμο προς τους υπερπόντιους φορολογικούς παραδείσους – ένας από αυτούς στη δεκαετία του 1990 ήταν η Λατινική Αμερική.

Η ευθύνη των ΗΠΑ

«Στην πραγματικότητα», λέει χαρακτηριστικά, «αν κοιτάξεις τη συνολική επίδραση της πολιτικής των ΗΠΑ, αυτή έχει συμβάλει στην αύξηση των ναρκωτικών» και επικαλείται ιστορικά παραδείγματα της πολιτικής των ΗΠΑ, τόσο στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη τακτική της όσο και από τη δράση των μυστικών της υπηρεσιών κατά το παρελθόν. «Δεν είναι ακριβώς ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να αυξήσουν τη χρήση των ναρκωτικών, είναι απλώς ότι αυτό είναι φυσικό να κάνουν. Αν ήσαστε σε θέση να πρέπει να προσλάβετε μαχαιροβγάλτες και γκάνγκστερ για να σκοτώσετε χωρικούς και να σπάσετε απεργίες, και να πρέπει όλα αυτά να τα κάνετε με χρήματα από ανεξιχνίαστες πηγές, πού θα πήγαινε το μυαλό σας;»…

Για τη νομιμοποίηση των ναρκωτικών ο καθηγητής παρατηρεί:

«Κανείς δεν γνωρίζει τι επίδραση θα έχει. Οποιοσδήποτε λέει ότι ξέρει, είναι απλώς κουτός ή ψεύτης, γιατί κανείς δεν ξέρει. Αυτά είναι πράγματα που πρέπει να δοκιμαστούν, πρέπει να πειραματιστείς για να δεις ποιες είναι οι συνέπειες.

»Τα περισσότερα μαλακά ναρκωτικά είναι ήδη νόμιμα, κυρίως το αλκοόλ και ο καπνός. Ο καπνός είναι με διαφορά ο μεγαλύτερος φονιάς απ’ όλα τα ψυχοδραστικά. Τους θανάτους από αλκοόλ είναι πιο δύσκολο να τους προσδιορίσεις, γιατί πάρα πολλοί βίαιοι θάνατοι σχετίζονται με το αλκοόλ. Πολύ πιο χαμηλά, ακολουθούν τα «σκληρά» ναρκωτικά, ένα ελάχιστο κλάσμα των θανάτων από αλκοόλ και καπνό το χρόνο.

»Από τα υπόλοιπα ναρκωτικά, η μαριχουάνα είναι γνωστό ότι δεν είναι τόσο επιβλαβής. Εννοώ ότι γενικά υποτίθεται ότι δεν είναι καλή για την υγεία, όπως και ο καφές, το τσάι ή το κέικ σοκολάτας. Αλλά θα ήταν τρελό να χαρακτηρίσεις ουσία «παραγωγής» εγκληματικότητας τον καφέ, ακόμη κι αν είναι επιβλαβής.

Εκπαίδευση

»Οι ΗΠΑ είναι ένα από τα πολύ λίγα κράτη όπου αυτό θεωρείται ζήτημα ηθικής. Στις περισσότερες χώρες θεωρείται ιατρικό θέμα και δεν υπάρχουν πολιτικοί να ορθώνονται φωνάζοντας πόσο σκληροί θα είναι με τα ναρκωτικά. Ετσι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να βγούμε από τη φάση του κοινωνικού ελέγχου και να μπούμε στη σφαίρα των κοινωνικών θεμάτων. Το ινστιτούτο Ραντ εκτιμά ότι αν συγκρίνουμε την επίδραση των εγκληματικών προγραμμάτων με τα εκπαιδευτικά, για τη μείωση της χρήσης ναρκωτικών, τα εκπαιδευτικά προγράμματα είναι κατά πολύ μπροστά, εφτά φορές».

Το ερώτημα είναι τι είδους εκπαίδευση παρέχουμε. «Η εκπαίδευση έχει επίσης να κάνει με τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες γίνεται χρήση ναρκωτικών. Η απάντηση σε αυτό δεν είναι να πετάμε ανθρώπους στη φυλακή. Η απάντηση είναι να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στη ζωή τους, την οικογένεια τους, αν χρειάζονται ιατρική περίθαλψη. Αυτή η πολύ σημαντική μείωση στην κατάχρηση ουσιών ανάμεσα στους μορφωμένους, αφορά και το κόκκινο κρέας, τον καφέ, τον καπνό. Αυτή είναι η εκπαίδευση. Δεν υπήρξε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προπαγάνδισε «μην πίνετε καφέ». Είναι απλώς ότι η συμπεριφορά απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας και στην υγεία, στον τρόπο ζωής, άλλαξε ανάμεσα στους περισσότερο μορφωμένους, γι’ αυτό και μειώθηκαν αυτές οι συνήθειες στις συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Τίποτα λοιπόν από όλα αυτά δεν είχε να κάνει με την «εγκληματικοποίηση», αλλά μόνο με άνοδο του πολιτιστικού και εκπαιδευτικού επιπέδου, που οδήγησε σε περισσότερη ατομική φροντίδα».
ΙΩΑΝΝΑ ΣΩΤΗΡΧΟΥ


Εσωτερικά:

  • Πάρα πολλοί βίαοι θάνατοι σχετίζονται με το αλκοόλ. Πολύ πιο χαμηλά ακολουθούν τα «σκληρά» ναρκωτικά, ένα ελάχιστο κλάσμα των θανάτων από αλκοόλ και καπνό το χρόνο
  • «Η άνοδος του πολιτιστικού και εκπαιδευτικού επιπέδου οδήγησε τους περισσότερο μορφωμένους να μειώσουν την κατανάλωση του (βλαπτικού για την υγεία) καφέ – κι όχι κάποια προπαγάνδα κατά του καφέ».

Συντάκτης: Σωτήρχου
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


Ημ/νία: 02/09/1998