Posts Tagged ‘ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ’

ΦΑΚΕΛΟΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ – μέρος 2ο

Posted: Ιουνίου 26, 2011 by Alexander Chalkidis in ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Ετικέτες: ,

ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ: Παράλογη η ποινή σε όσους§βλάπτουν τον εαυτό τους – ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Χωράει θετική και §αρνητική απάντηση

ΦΑΚΕΛΟΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ (2ο μέρος)
—————————-
Φανταστείτε ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Αλλά ποιός θα μπορούσε να σας πείσει να μην καπνίζετε; Βέβαια δεν θά ήσασταν εγκληματίας επειδή είστε θεριακλής. Αλλά σίγουρα θα είσασταν παράνομος.
Σκεφθείτε ότι ο ένας στους τρεις κρατούμενους στις ελληνικές φυλακές κρατείται για ναρκωτικά: σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο υπουργός δικαιοσύνης στη Βουλή στις αρχές του χρόνου 2.500 σε σύνολο 7.000 κρατουμένων είναι στη φυλακή για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Κι όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν κακό σε κανέναν περαν του εαυτού τους. Εχει το δικαίωμα το κράτος να τους τιμωρεί κι από πάνω; Το παράλογο είναι ότι σύμφωνα με το ποινικό μας δίκαιο αυτοί οι άνθρωποι δεν θά’πρεπε να διώκονται. Κι όμως υπάρχει νόμος που αντί να τους προστατεύει, αντί να περιθάλπει τους εξαρτημένους χρήστες – γιατί δεν είναι όλοι άρρωστοι – τους φυλακίζει. Κατά παράβασην των αρχών του ποινικου μας δικαίου. Για αυτήν την «αντινομία», τη διάσταση ποινικών αρχών και νόμου μας μιλά ο καθηγητής του ποινικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης Νίκος Παρασκευόπουλος ανοίγοντας τη συζήτηση για την αποποινικοποίηση σε νομικό επίπεδο καθώς «όταν βλάπτεις μόνο τον εαυτό σου, είναι δικαίωμά σου και γι’αυτό θα έπρεπε η κατανάλωση παράνομων ουσιών να μην τιμωρείται».
– ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ
* Ποιό έννομο αγαθό προσβάλλεται με την κατανάλωση παράνομων ουσιών;
– «Οι καταναλωτές, κατά την άποψή μου, όποιο εννομο αγαθό και να προσβάλλουν είναι δικό τους. Η πράξη τους είναι αυτοπροσβολή. Και η καταστολή δεν θά’πρεπε να τους αφορά. Γιατί η καταστολή στο ποινικό δίκαιο τιμωρεί πράξεις που επενεργούν σε άλλους ανθρώπους, στην κοινωνία. Πρέπει να βλάπτεις κάποιον άλλο, να βάζεις σε κίνδυνο κάποιον άλλον για να τιμωρηθείς. Οταν μόνο τον εαυτό σου βλάπτεις είναι δικαίωμά σου, νομίζω και κατά το Σύνταγμα, και θά’πρεπε η κατανάλωση να είναι ατιμώρητη».
*Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί τότε ότι «παρανόμως» φυλακίζονται οι χρήστες;
– «Παρανόμως δεν μπορούμε να πούμε, γιατί ο νομος τιμωρεί και την απλή χρήση. Θα έλεγα ότι ο νόμος που ποινικοποιεί την απλή χρήση δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα το οποίο θέλει να τιμωρούνται πράξεις και σύμφωνα με ότι ισχύει στο ποινικό μας δίκαιο, προκειμένου να έχουμε πράξη, πρέπει να έχουμε μία ενέργεια που δημιουργεί μία σχέση με ένα τρίτο προσωπο. Οταν κάνεις εσύ κάτι με τον εαυτό σου, αυτό σύμφωνα με το ποινικό μας δίκαιο δεν είναι πράξη.
Ο καθηγητής Ανδρουλάκης γράφει, για να σας δώσω ένα παράδειγμα πως αν κάθεσαι μέσα στο σπίτι σου και τα πίνεις, ή γράφεις βρισιές σ’ένα σημειωματάριό σου, αυτές δεν είναι πράξεις για το ποινικό δίκαιο. Ο,τι κάνεις το κάνεις μόνος σου, με τον εαυτό σου και για τον εαυτό σου. Είναι δικαίωμά σου και δικό σου θέμα. Για να διωχθείς πρέπει να βλάπτεις και να θέτεις σε κίνδυνο κάποιον πέρα απ’ τον εαυτό σου. Επομένως, η κατανάλωση, για μένα αν βλάπτει κάποια αγαθά βλάπτει αγαθά του ίδιου του καταναλώνοντος και για τον λόγο αυτό, ως αυτοπροσβολή, θά’πρεπε να μην τιμωρειται.
Βέβαια άλλο θέμα είναι η διακίνηση με την οποία βάζεις σε κίνδυνο άλλους ανθρώπους».

*Ως καθηγητής διδάσκεται στους φοιτητές σας ότι δεν θά’πρεπε να τιμωρειται αυτή η πράξη. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο νόμος και φυλακίζονται οι χρήστες. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση τι κάνετε;
– «Δεν είναι μοναδικό φαινόμενο να υπάρχει κάποιος νόμος και οποιοσδήποτε άνθρωπος ακόμη κι ένας καθηγητής να του ασκεί κριτική. Από κει και πέρα, όπως προκύπτει από τη μελέτη του θέματος οφείλω να λέω τι πιστεύω»
*Τι προτείνετε στους δικαστές για την αντιμετώπιση των καθημερινών φυλακίσεων δεδομένου ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θά’πρεπε να τιμωρούνται;
– «Σήμερα ο νόμος έχει ορισμένες ασφαλιστικές δικλειδες: δηλαδή αν αυτός ο οποίος κάνει χρήση χωρις να προσβάλλει άλλους είναι εξαρτημένος, τότε προβλέπεται η υπαγωγή του σε κάποια θεραπευτικά μέτρα, η οποία με το νόμο 2161 είναι πια εκούσια απ’το 1993 και μετά οπότε έτσι δεν έχουμε πρόβλημα.
Αν δεν είναι εξαρτημένος ο χρήστης, τότε πάλι ο νόμος έχει μία ρήτρα που λέει ότι η επιβολή ποινής μπορεί να μη γίνει εφ’όσον είναι πρωτόπειρος. Εχουν δηλαδή οι δικαστές κάποιες δικλείδες ώστε να έχουν επιεική κρίση σύμφωνα με το νόμο.
Βέβαια η πιο τολμηρή πολιτική θα ήταν να πει ένας δικαστής ότι είναι αντισυνταγματική η ρύθμιση. Αλλά επειδή πολύ δύσκολα φθάνει το δικαστήριο στην αναγνώριση αυτής της αντισυνταγματικότητας υπάρχουν και αυτές οι δικλείδες».
* Θα μπορούσε κάποιος να προσφύγει στον Αρειο Πάγο προκειμένου να κατοχυρώσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση;
– «Αν φτάσει κάποιος στον Αρειο Πάγο, αφού έχει καταδικαστεί από ένα πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή εφετείο, με το επιχειρημα ότι «εγώ πιστεύω πως έχω το δικαίωμα να κάνω χρήση σύμφωνα και με το Σύνταγμα που μου επιτρέπει να κάνω οτιδήποτε δεν βλάπτει τρίτους», πιστεύω ότι σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα νομολογία του δεν θα πετύχει. Διότι η προσωπική μου άποψη είναι ότι υπάρχει αντισυνταγματικότητα, αλλά μέχρι σήμερα δεν επικρατεί αυτή η άποψη στη νομολογία. Αυτό που μπορεί να πετύχει κανείς στο δικαστήριο είναι μια πολύ επιεική μεταχείριση, η οποία θα οδηγήσει στη φυλακή αν και εκεί αφήνει περιθώρια ο νόμος».
*Ο νόμος που ψηφιστηκε πέρσι το καλοκαίρι και ισχύει σήμερα, ποιά προβλήματα παρουσιάζει;
– «Δεν υπάρχει ένα ειδικό κατάστημα για τους εξαρτημένους οι οποίοι έχουν κάνει διακίνηση. Παλιά ο νόμος πρόβλεπε τον εγκλεισμό των εξαρτημένων διακινητών γενικώς σε σωφρονιστικό κατάστημα θεραπευτικού χαρακτήρα. Αυτό δεν υπήρχε και πολλές φορές τα δικαστήρια τους άφηναν ελεύθερους. Το 1993 ο νομοθέτης είπε ότι ο εγκλεισμός των εξαρτημένων διακινητών σε ειδικός θεραπευτικο κατάστημα είναι δυνητικός για τα δικαστήρια. Αυτό δεν είναι σωστό διότι από την ώρα που αναγνωρίζεις ότι ο άλλος έχει ανάγκη θεραπείας με ποιό κριτήριο μπορείς να τον κλείσεις ή να μην τον κλείσεις σε θεραπευτικό κατάστημα. Δηλαδή, υπάρχει άρρωστος αξιος θεραπείας κι άρρωστος μη άξιος θεραπείας; ‘Η αναγνωρίζεις ότι είναι άρρωστος και του λες πήγαινε να κάνεις φυλακή αντί για θεραπεία.
Ενα ακόμη πρόβλημα είναι το εξής: αν κάποιος έκανε διακίνηση μικροποσοτήτων, όπως το «βαποράκι», για να εξασφαλίζει και τη δική του δόση, ήταν και εξαρτημένος, μέχρι το 1993 προβλεπόταν η επιβολή ποινής φυλάκισης, δηλαδή μέχρι πέντε χρόνια. Προβλεπόταν ακόμη η δυνατότητα να βγει με απόλυση υπό όρους αν θεραπευτεί, που στην ουσία θεραπεια στη φυλακή δεν ήταν δυνατή.
Το 1993 οι ποινές για τους εξαρτημένους διακινητές αλλά και τους μικροδιακινητές, που θα διακινήσουν λίγα γραμμάρια, έγιναν από φυλακίσεις, καθείρξεις δηλαδή από πέντε έως δέκα χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι το βαποράκι που θα διακινήσει έστω και ένα γραμμάριο θα έχει συνήθως ποινή εφτά ή οκτώ χρόνια. Το προβλημα δεν έχει γίνει ακόμα αισθητό. Γιατί όσοι δικάζονται σήμερα ακόμη δικάζονται με την παλιά νομοθεσία επειδή η δίκη κάνει ένα με ενάμισι χρόνο να φθάσει στα ακροατήρια. Σε λίγο περίπου σε ένα εξάμηνο, θα αρχίσουν να δικάζονται πράξεις που τελέστηκαν με το νέο νόμο. Και θα αρχίσουν τα δικαστήρια να επιβάλλουν αυτές τις τεράστιες ποινές στους μικροδιακινητές.
Εαν σήμερα έχουμε κορεσμένες φυλακές με 2.500 άτομα από ναρκωτικά, τότε θα έχουμε πολύ περισσότερα πια, καθώς γι’αυτές τις ποινές δεν προβλέπεται δυνατότητα εξόδου -με την απόλυση υφ’όρων- και θα παραμένουν περισσότερο χρόνο στις φυλακές. Πολλοί απ’αυτούς ειναι και εξαρτημένοι, έχουν δηλαδή ένα πρόβλημα υγείας, και θα πηγαίνουν στις φυλακές με ποινές δυσανάλογες της ευθύνης τους, καθώς θεωρείσαι ένοχος όταν είχες ψυχικά τη δυνατοτητα να ενεργήσεις αλλιώς και ωστοσο διάλεξες το έγκλημα. Η εξάρτηση όμως εξ’ορισμού σημαίνει πως δεν μπορείς να ενεργήσεις διαφορετικά. Συνεπως δεν επιβάλλεται μια ποινή σύμφωνα με τη μειωμένη ενοχή λόγω της εξάρτησης αλλά’μια ποινή σαν να ήταν πλήρως υπεύθυνος. Και το Σύνταγμα κατοχυρώνει το γεγονός ότι ο πολίτης δεν μπορεί να τιμωρείται αν δεν είναι ένοχος και το ότι η ποινική μεταχείριση του πολιτη πρέπει να είναι ανάλογη με την ενοχή του.
Υπάρχει μια υπερβολική αυστηρότητα σε αυτό το σημειο. Η απειλούμενη ποινή για διακίνηση ναρκωτικών από αμέλεια είναι βαρύτερη απ’ότι για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Η κριτική που κάναμε δε σημαίνει ότι στο πεδίο της διακίνησης ναρκωτικών δεν έχει καμμία θέση η ποινή. Πρέπει να επιβάλλεται στις περιπτώσεις που βλάπτονται ή μπαίνουν σε συγκεκριμένο κίνδυνο άλλοι άνθρωποι, κι αυτό συμβαινει όταν γίνεται διακίνσηση ναρκωτικών. Απλώς κι εκεί η ποινή που είναι αυξημένη πρέπει να διαβαθμίζεται ανάλογα με την ευθύνη του καθενός».
– ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ
«Δικαίωμα στη ζωή», τιτλοφορεί το άρθρο – παρέμβασή του στην έρευνά μας ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου Αντώνης Μανιτάκης ο οποίος επισημαίνει οτι η προσωπική χρήση των ναρκωτικών «είναι αδύνατον να αξιολογηθεί, είτε αρνητικά είτε θετικά, από το Δίκαιο». Ας δούμε πως το τεκμηριώνει:
«Το ερώτημα αν η πράξη αυτοπροσβολής της υγείας ή ζωής ενός ατόμου, που μπορεί να καταλήξει, ακόμη, και σε αυτοκαταστροφή του ατόμου με τελική συνέπεια τον τερματισμό της ζωής του, αποδοκιμάζεται από το Δίκαιο και θα μπορούσε να έχει ακόμη και αξιόποινο χαρακτηρισμό, δεν επιδέχεται μια απόλυτη και κατηγορηματικη απάντηση.
1. Αν ξεκινήσουμε από μια συνεπή φιλελεύθερη και ατομοκεντρική «ανάγνωση» των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν την προσωπική ελευθερία, θα πρέπει να καταλήξουμε, χωρίς δυσκολία, στο συμπέρασμα ότι κάθε άτομο δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφο 1Σ σε συνδυασμό και με το άρθρο 2 παράγραφο 1Σ, να αυτοπροσδιορίζεται, να καθορίζει τα του εαυτού του και της προσωπικότητάς του. Ως κύριος, λοιπόν, του εαυτού του και των στοιχείων της προσωπικότητάς του δικαιούται να ορίζει ακόμη και τη ζωή του, όπου εδώ η ζωή εκλαμβάνεται ως αντικείμενο κυριότητας ή ιδιοκτησίας του φορέα του αντίστοιχου δικαιώματος. Εφόσον, λοιπόν, είναι «κύριος» της ζωής του, το άτομο δικαιούται να τη διαθέτει και να τη μεταχειρίζεται, όπως θέλει, να την περιφρονεί, να την υποβιβάζει και να αδιαφορεί γι’αυτήν και να απεργάζεται συνειδητά ή ασυνείδητα ακόμη και την καταστροφή της.
Η θέση αυτή, αιχμάλωτη της φιλελεύθερης «κτητικής» αντίληψης για την προσωπική ελευθερία αντιμετωπίζει τη ζωή ως κτήμα ή αντικείμενο κυριότητας ενός «κυρίαρχου» και «αυτεξούσιου» υποκειμένου, ενός «εγώ» που μπορεί να υπάρξει και να νοηθεί έξω από το ενσαρκωμένο και έμψυχο υποκείμενο. Η ζωή είναι, όμως, μία αξία, απόλυτα συνυφασμένη με το πρόσωπο και την προσωπικότητα κάθε ατόμου και δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα ή και σε αντιπαράθεση προς το «πρόσωπο», είναι η ίδια στοιχείο συστατικό του προσώπου, το οποίο την προϋποθέτει και άρα την εμπεριέχει ως αναπόσπαστο μέρος της ελευθερίας του. Είναι η ίδια πρόσωπο.
Από την άλλη μεριά θα πρέπει να γινει, παράλληλα, δεκτό ότι το πρόσωπο και κάθε φυσικό πρόσωπο, είναι φορέας ενος δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού και αυτοκαθορισμού και το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται δυνατότητα επιλογής, από το ίδιο, ως έλλογο και υπεύθυνο ον, του τρόπου και του είδους της ατομικής ζωής και διαβίωσής του. Η ελευθερία, τόσο ως αφηρημένη δυνατότητα επιλογής, όσο και ως συγκεκριμένη και κοινωνικά προσδιορισμένη «πράξη» ή συμπεριφορά του ατόμου προς την προσωπικη του διαβίωση, τη στάση του απέναντι στην υγεια του. τη φροντίδα του για τη σωματική του ακεραιότητα, την ευεξία του και, από αυτή την άποψη, κάθε πρόσωπο είναι κύρια και πρωταρχικά υπεύθυνο για την ατομική του ύπαρξη και ζωή του.
Το Κράτος και το Δίκαιο δεν δικαιούται, μέσα στο πλαίσιο αυτό, να παρέμβει στην εσωτερική και αποκλειστική αυτή σχέση «προσώπου» και «ζωής», παρά μόνον στο μέτρο που η διατήρηση ή απώλεια της ζωής ενός συγκεκριμένου ατόμου απειλεί ή θίγει την ελευθερία η τη ζωή τρίτων ή συγκρούεται με θεμελιώδεις βιοτικές αξίες της κοινωνικής συμβίωσης.
Το κράτος, επομένως, και το Δίκαιο νομιμοποιούνται να ενδιαφέρονται, πχ. για την προσωπική ασφάλεια και ατομική ζωή των οδηγών τροχοφόρων, εφόσον από τη συμπεριφορά τους εξαρτάται και η ζωή άλλων ατόμων ή ενεργοποιείται η αστική και ποινική ευθύνη τους σε περίπτωση ατυχήματος. Η τυποποίηση με κανόνες δικαίου της συμπεριφοράς των οδηγών συνδέεται με πράξεις και ενέργειές τους που έχουν επιπτώσεις στον εξωτερικό κόσμο, στις σχέσεις τους με τους άλλους και γι’αυτό η προσωπική ασφάλεια των οδηγών δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δίκαιο.
2.Αντίθετα, η προσωπική χρήση των ναρκωτικών, παρόλο που έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην υγεία και στη ζωή του χρήστη, εφόσον και καθόσον συνιστά πράξη αυτοπροσβολής, που επιστρέφει στον ίδιο το χρήστη, είναι αδύνατον να αξιολογηθεί, είτε αρνητικά είτε θετικά, από το Δίκαιο, διότι η «πράξη» αυτή διεξάγεται σ’ένα χώρο προσωπικής και ηθικής ελευθερίας που είναι απροσπέλαστος από ετερογενείς δικαιϊκές ρυθμίσεις. Δεν πρόκειται, άλλωστε, όπως έχει δείξει ο καθηγητής Παρασκευόπουλος, για «πράξη», με την έννοια, που την εννοεί το ποινικό δίκαιο, για να νομιμοποιείται η έννομη τάξη να υποβάλει την διάπραξή της στην κύρωση του ποινικού κολασμού.
Και αυτό διότι η ελευθερία που κατοχυρωνει το Σύνταγμα και ρυθμίζει το Δίκαιο, είναι η «κοινωνική ελευθερία», με την έννοια της κοινωνικά καθορισμένης «ελευθερίας δράσης», της ελευθερίας που προσδιορίζεται νομικά ως πράξη ενός υποκειμένου α) σε σχέση με ένα άλλο (ή άλλα) υποκείμενο, β) σε σχέση με ένα καθορισμένο πεδίο δραστηριότητας.
Οι πράξεις αυτοκαταστροφής δεν αποτελούν εκδήλωση αυτής της ελευθερία, διότι δεν αποτελούν πράξεις με τη νομική και κοινωνική του όρου σημασία και δεν υπόκεινται για το λόγο αυτό σε νομική αξιολόγηση ούτε είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαιϊκού ετεροπροσδιορισμού ή δικαιϊκής απαξίωσης. Η εκδήλωσή τους και η αξιολόγησή τους ανήκει στο χώρο της ηθικής. Εφ’όσον οιπράξεις αυτοκαταστροφής ή αυτοπροσβολής δεν ανήκουν στο χώρο της «κοινωνικής ελευθερίας», και η χρήση των ναρκωτικών ή άλλων ουσιών «καταστροφικων» για την ζωή ή την υγεία των ατόμων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αξιόποινη πράξη. Οπως θα ήταν νομικά παράλογο να θεωρείται αξιόποινη πράξη η αυτοκτονία και να τιμωρειται ποινικά η «πνευματική»; επικοινωνία ενός θρησκευόμενου με το Θεό, το ίδιο αντιφατική και αναιρετική της έννοιας της ελευθερίας θα ήταν η ποινικοποίηση της απόφασης κάποιου να αδιαφορεί ή να περιφρονει και να διακινδυνεύει τη ζωή του καναλίσκοντας οινοπνευματώδη ποτά ή κάνοντας χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο είναι πριν απ’όλα ένα δικαίωμα ηθικό, μια στάση ζωής, και δύσκολα χωράει σε νομικές τυποποιήσεις. Ας αφήσει και κάτι αρρύθμιστο το σύγχρονο Δικαιο».
ΣΕΛ.16-17


Ημ/νία: 10/05/1994Συντάκτης: Σωτήρχου
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


ΦΑΚΕΛΟΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ (1ο μέρος)

—————————-

Ποιος σκότωσε αυτούς τους νέους; Η υπερβολική δόση ηρωίνης είναι μια εύκολη απάντηση. Ομως πίσω από τους διακινητές, τους λαθρεμπόρους, τους τοξικομανείς υπάρχουν κάποιοι που επιτρέπουν σε αυτό το σύστημα να δρα και να δολοφονεί ανεξέλεγκτα, κάποιοι που επιτρέπουν να γίνονται αυτές οι ανθρωποθυσίες και οι επιτήδειοι να γίνονται πλουσιότεροι και ισχυρότεροι.
Ευθύνονται αυτοί που επιτρέπουν τη λειτουργία της παράνομης αγοράς: εκεί όπου ένας νέος μπορεί να βρει ακίνδυνες παράνομες ουσίες μέχρι ηρωίνη.
Ευθύνονται αυτοί που βλέπουν τους τοξικομανείς να γίνονται διακινητές να σπάνε φαρμακεία και να κλέβουν ότι μπορέσουν για να εξασφαλίσουν τη δόση τους και όταν τους πιάσουν τους κλείνουν και φυλακή από πάνω. Για να τους σώσουν;
Ευθύνονται αυτοί που έχουν καταστήσει την αλήθεια παράνομη και στηρίζονται στην άγνοια και το ψεύδος αδιαφορώντας για τα θύματα της πολιτικής τους.
Ευθύνονται αυτοί που ζητάνε τη θανατική ποινή για τους εμπόρους αλλά γυρίζουν την πλάτη στα θύματα των εμπόρων, αφήνοντάς τους να πεθάνουν με τη σύριγγα στο χέρι ή καταστρέφοντας τους στη φυλακή γιατί αρνούνται να αντικρίσουν την πραγματικότητα που τους ξεφεύγει κατάματα: ότι όσο υπάρχει μαύρη αγορά αυτή η κατάσταση θα διαιωνίζεται, ότι αν κάποιος θέλει να καταναλώνει παράνομες ουσίες θα το κάνει. Γιατί θα ήταν ουτοπικό να μιλάμε για μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα είχε την ανάγκη να δραπετεύει. Είναι εφικτό όμως να μην πληρώνει με τη ζωή του το πάθος του.
Ο διαχωρισμός των εξαρτητικών παράνομων ουσιών από όσες δεν είναι και η αποποινικοποίηση της χρήσης τους αποτελεί σημαντικό μέτρο για τη μείωση της εγκληματικότητας, την περιστολή της εξάπλωσης της ηρωίνης, την αποδυνάμωση της παράνομης αγοράς. Συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών και στην ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με την υγεία των τοξικομανών.
Η χορήγηση ηρωίνης και υποκατάστατων στους εξαρτημένους χρήστες κόβει κάθε δεσμό τους με το λαθρεμπόριο. Και εδώ αποκτά βαρύτητα η καθυστέρηση έναρξης των προγραμμάτων χορήγησης ουσιών σε τοξικομανείς από ειδικά κρατικά κέντρα παρά το γεγονός ότι ο νόμος που τα προβλέπει ψηφίστηκε σχεδόν πριν ένα χρόνο, τον περασμένο Ιούλιο.
ΣΕΛ.13 (ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΣΕΛ. 14-17)


Συντάκτης: Σωτήρχου
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ημ/νία: 10/05/1994