Archive for the ‘ΙΣΤΟΡΙΑ’ Category

Από το Καστελόριζο στο «όχι» του δημοψηφίσματος

papandreou.jpg

Ο Γιώργος Παπανδρέου στο Καστελόριζο«Είναι ένας πολύ στρατηγικά θεμελιωμένος λόγος, κάθε λέξη και επιχείρημα δεν είναι κενά περιεχομένου, αλλά στηρίζονται στη λογική της πολιτικής επικοινωνίας», δηλώνει μεταξύ άλλων στην «Εφ.Συν.» η αν. καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Μαριάννα Ψύλλα | EUROKINISSI / ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Aπό μακριά φαίνεται σαν μια αρχαία κολόνα στερεωμένη σε μια σκουριασμένη βάση, σαν αυτές που έβλεπες στις ταράτσες να συγκρατούν ντεπόζιτα νερού.

Πλησιάζοντας, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ένα στημένο όρθιο μαζεμένο ρολό από βιτρίνα καταστήματος που έκλεισε και σκέφτεσαι τα κατεβασμένα ρολά που αντικρίζεις ολοένα και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια.

Εργο του Σάββα Χριστοδουλίδη «Πρόταση για μνημείο (για μια νέα Δωρικότητα)»Εργο του Σάββα Χριστοδουλίδη «Πρόταση για μνημείο (για μια νέα Δωρικότητα)», 2015, Σίδερο και ξύλο, 590 x 360 x 150 εκ., Νέα παραγωγή για την έκθεση Renaissance Stories | ©NikosMarkou

Η εγκατάσταση του Σάββα Χριστοδουλίδη «Πρόταση για μνημείο (για μια νέα δωρικότητα)» για τον Οργανισμό Πολιτισμού Νέον, με την οποία συμμετέχει στην έκθεση «Ιστορίες Αναγέννησης» και εκτίθεται στην Αποθήκη Α στον παλιό βιομηχανικό χώρο της Πειραιώς 260, που στεγάζει τις δραστηριότητες του Φεστιβάλ Αθηνών, αποτελεί μία από τις πιο ευρηματικές εικαστικές αφηγήσεις της κρίσης που βιώνουμε, ενώ συμπυκνώνει πολλά νοήματα: την αποσύνθεση και την ύφεση της σημερινής εποχής με το λαμπρό κλέος δοξασμένων και περασμένων μεγαλείων και συνάμα, μέσα από αυτή την αντίθεση, ξεπηδά η αισιοδοξία για τη δύναμη της φαντασίας και του τι είναι ικανή να συνθέσει η ελληνική κοινωνία, ακόμη και από κοινότοπα υλικά.

Υποβόσκει όμως και μια αγωνία: καθώς κάτω από το «μνημείο» χάσκει το κενό, αναρωτιέσαι αν τελικά το μνημείο στηρίζεται γερά και θα παραμείνει όρθιο ή θα κατακρημνιστεί. Αγωνία που διατρέχει τη χώρα.

«Αφηγήσεις της κρίσης: Μύθοι και πραγματικότητες» ήταν το θέμα του διεθνούς συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα από επιστημονικούς και πανεπιστημιακούς φορείς.

«Με εισηγήσεις 180 ερευνητών από 31 χώρες του κόσμου, καταλαβαίνετε ότι αποτυπώθηκαν πάμπολλες όψεις της κρίσης και μάλιστα από κάθε χώρα που αντιμετωπίζει τις δικές της», μας είπε η πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο, Χριστίνα Κωνσταντοπούλου.

Καθώς οι αφηγήσεις της κρίσης είναι διαφορετικές και είναι αυτές που «κατασκευάζουν» την πραγματικότητα, με τη συνδρομή των ΜΜΕ, τα οποία εμπεδώνουν την κυρίαρχη αντίληψη, στο συνέδριο αναλύθηκαν οι «ιστορίες» που την αφηγούνται, την αναπαριστούν και τελικά την κατασκευάζουν.

Αλλωστε έναν μύθο χρησιμοποίησε στην εισήγησή της και η κ. Κωνσταντοπούλου για να αναφερθεί στην ελληνική κρίση, το παραμύθι των αδελφών Γκριμ «Χάνσελ και Γκρέτελ», για τα δύο φτωχά αδελφάκια που χάνονται στο δάσος και βλέπουν το καμωμένο από ζαχαρωτά σπίτι-παγίδα της κακιάς μάγισσας, η οποία έτσι τα αιχμαλωτίζει, ώστε να τα παχύνει και να τα φάει: «Ετσι μας θρέψανε κι εμάς με χορηγίες και δανεικά, φτάσαμε να μην παράγουμε τίποτα, αλλά να έχουμε Καγιέν και τώρα είναι πιο εύκολο να φαγωθούμε», δηλώνει στην «Εφ.Συν.», κάνοντας αναφορά και στις απόψεις που υποστηρίζουν ότι οι κρίσεις στον καπιταλισμό είναι γενικευμένο φαινόμενο με συνήθη συνέπεια τη φτωχοποίηση.

Οταν ξεκίνησε το «ταξίδι» στα μνημόνια

Ο Γιώργος Παπανδρέου στο Καστελόριζο (2010)EUROKINISSI/ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Πώς όμως φτάσαμε ώς εδώ; «Στην αρχή ήταν το Καστελόριζο: αφηγηματικές “κατασκευές” στην αυγή της ελληνικής κρίσης» ήταν ο τίτλος της εισήγησης της αναπληρώτριας καθηγήτριας Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Μαριάννας Ψύλλα και του υποψήφιου διδάκτορα Δημήτρη Σεραφή, οι οποίοι πέρασαν από την κρησάρα της κριτικής ανάλυσης του λόγου το διάγγελμα του τότε πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου, για να αναδείξουν τα κοινωνικοπολιτικά διακυβεύματα και να ερμηνεύσουν την κατασκευαστική διαδικασία, την ιδεολογικοπολιτική θέση, τις ρητές και τις «υπόγειες» παραδοχές που απορρέουν απ’ αυτόν.

Τι ακριβώς μας λέει στα 5.49 λεπτά ομιλίας στις 23/4/2010, μία μέρα μετά την αποκάλυψη του δυσθεώρητου ελλείμματος, οπότε και ξεκίνησε το «ταξίδι», όπως το χαρακτήρισε; Σε αυτήν την ομιλία, ο Γιώργος Παπανδρέου ασκεί έντονη κριτική στη Ν.Δ. για τη δημιουργία της κρίσης και αναπτύσσει έναν συλλογισμό για την απόφαση εισόδου στον μηχανισμό στήριξης, «εμφανίζοντάς την σαν κάτι που είναι φυσικό και δεδομένο και εξυπηρετεί τις ανάγκες του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, αλλά προσπαθεί να είναι αρεστός και στους εταίρους –σε αυτούς που θα μας χρηματοδοτήσουν, προκειμένου να πείσει τον ελληνικό λαό ότι είναι η μόνη λύση», παρατηρεί η κ. Ψύλλα.

Για να δικαιολογήσει την απόφασή του, συγκροτεί μέσα από τον λόγο του δύο αντιπαρατιθέμενους πόλους, το «εμείς» και το οι «άλλοι» και προσπαθεί να δείξει ότι η μόνη διέξοδος «είμαστε εμείς», εννοώντας την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και τον ελληνικό λαό που επιχειρεί να προσεταιριστεί, ενώ στο «εμείς» προσπαθεί να εντάξει και τους Ευρωπαίους εταίρους. Οι «άλλοι» είναι η κυβέρνηση της Ν.Δ. που «απέτυχε» και οι αγορές, που οριοθετεί με αρνητικό πρόσημο, καθώς «δεν ανταποκρίθηκαν».

Η προηγούμενη κυβέρνηση κατασκευάζεται στην ουσία ως επικίνδυνη μέσω εκφράσεων, όπως «ακατανόητα λάθη», «παραλείψεις», «εγκληματικές επιλογές», «καταιγίδα προβλημάτων» που «κληροδότησε» μια κατάσταση, προκειμένου να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν φέρει καμία ευθύνη, ενώ ο ρηματικός τύπος «κληρονομήσαμε» δημιουργεί το ενιαίο σύνολο «εμείς», ώστε να φτάσει να υποστηρίξει την απόφασή του για την ένταξη.

Στήνει τον λόγο του υπέρ του «εμείς», ζητώντας ρητά, «απαιτήσεις από όλους μας, μια νέα συλλογική συνείδηση και κοινή προσπάθεια», με εννοούμενο υποκείμενο τον ελληνικό λαό για να κατασκευάσει ένα κοινό εγχείρημα, «ασφαλείς, πιο σίγουροι, πιο δίκαιοι, πιο περήφανοι», ώστε να δώσει θετικό πρόσημο και να δικαιολογήσει τις επιλογές του, καθιστώντας συνυπεύθυνο τον ελληνικό λαό στο διάβημα που επιθυμεί να κάνει. Οικοδομεί ως τη μόνη λύση που υπάρχει το Μνημόνιο.

Στη συνέχεια ο λαός, μέσω του «εμείς», υπάρχει υπόρρητα: παρουσιάζει το μέχρι τότε έργο της κυβέρνησης, με καθημερινές εκφράσεις όπως «σηκώσαμε τα μανίκια μας», ενώ όλες οι ρηματικές ενέργειες έχουν θετικό αξιολογικό χαρακτήρα, «καταστρώσαμε σχέδιο, ανακτήσαμε την αξιοπιστία μας, δημιουργήσαμε νέες συμμαχίες, διεκδικήσαμε και καταφέραμε ισχυρή απόφαση της Ε.Ε. για τη στήριξη της χώρας μας».

Ολες οι παρατιθέμενες επιτυχίες της κυβέρνησης έχουν μία αφετηρία: «Πήραμε δύσκολα μέτρα που πολλές φορές πόνεσαν», όπου το αντικείμενο του πρώτου μέρους της πρότασης, «μέτρα», γίνεται υποκείμενο της δεύτερης, «πόνεσαν» και η απουσία αντικειμένου προκαλεί σύγχυση σχετικά με το ποιους προσδιορίζει ως αντικείμενα της ενέργειας. «Το αντικείμενο, αυτός που πονάει, είναι αυτός που δέχεται τα μέτρα –ο λαός–, αυτός που τα λαμβάνει –η κυβέρνηση– ή και οι δύο μαζί, διατηρώντας την κατασκευή μιας ενότητας μεταξύ του ελληνικού λαού και της κυβέρνησης;», αναρωτιούνται οι εισηγητές.

Ακόμη, για να στηρίξει το «εμείς» χρησιμοποιεί την έννοια της προόδου, «να κάνουμε την οικονομία μας βιώσιμη, ανταγωνιστική, να σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της δυνατή» και καλεί τον ελληνικό λαό να στρατευτεί μέσω της κατασκευής της εθνικής ενότητας, «να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις του ελληνισμού, να δώσουμε οξυγόνο, δικαιοσύνη, κανόνες, διαφάνεια, σιγουριά», σε αντιπαράθεση με την «απειλή».

Ενόψει του κινδύνου, η αναγκαιότητα της λύσης παρουσιάζεται σχεδόν ως επιφωνηματική κατάφαση: «Είναι ανάγκη. Ανάγκη εθνική και επιτακτική» να γίνει, όπως προτείνει. «Είναι ένας πολύ στρατηγικά θεμελιωμένος λόγος, κάθε λέξη και επιχείρημα δεν είναι κενά περιεχομένου, αλλά στηρίζονται στη λογική της πολιτικής επικοινωνίας και με τρομάζει όσο βλέπω ότι μοιάζει πάρα πολύ με ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, που ωστόσο βρισκόμαστε σε εντελώς διαφορετική κατάσταση», μας λέει η κ.Ψύλλα.

Φυσικά, δεν λείπει και ο μύθος που εμπλέκει το υποκείμενο «εμείς» εντός του «ταξιδιού», όπως μεταφορικά ονομάζει την είσοδο στο Μνημόνιο και την απόπειρα να ξεπεραστεί η κρίση: «Μπροστά μας έχουμε ένα ταξίδι με απαιτήσεις από όλους μας», με χαρακτηριστική αναφορά στο μυθικό στοιχείο, «μια νέα Οδύσσεια για τον ελληνισμό», που αυτό εντείνει τόσο τους συνειρμούς της δυσκολίας αναφορικά με την απόπειρα, αλλά και της αίσιας έκβασης της περιπέτειας του γένους, μέσω ρηματικών επιλογών, που δηλώνουν γνώση: «Ξέρουμε τον δρόμο για την Ιθάκη και έχουμε χαρτογραφήσει και τα νερά», ενώ κλείνει με μια κατάφαση: «Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε».

«Αναφέρει, λοιπόν, μια απόπειρα μυθικών διαστάσεων, όπου κατασκευάζεται υπόρρητα η συνευθύνη του λαού στην απόπειρα υπέρβασης των δυσκολιών, ηρωοποιώντας την εικόνα του, προκειμένου να επενδύσει στην εθνική επιλογή που προβάλλεται ως μοναδική», παρατηρούν οι αναλυτές.

Συνοψίζοντας, «η αναγγελία της πολιτικής απόφασης που εγκαινιάζει επίσημα την είσοδο της χώρας σε καθεστώς παρατεταμένης ύφεσης, λιτότητας, υψηλών ποσοστών ανεργίας, τροποποίησης των όρων παραγωγής και οικονομικής επιτήρησης έχει ως βασικό επιχείρημα ότι αυτός είναι ο τρόπος να αποφευχθούν οι κίνδυνοι που κατασκευάζονται αναφορικά με το παρόν και το μέλλον της κατάστασης της χώρας, αλλά και της διεθνούς κατάστασης, διαμορφώνοντας το υπόβαθρο της κινδυνολογίας, το οποίο θα αξιοποιηθεί από τις επόμενες κυβερνήσεις για τη δικαιολόγηση του αναπόφευκτου των εκάστοτε κυβερνητικών επιλογών», επισημαίνει η καθηγήτρια. Τι να πει κανείς, ότι πέντε χρόνια αργότερα είμαστε ίσως σε δυσχερέστερη θέση;

Μιντιακός μιθριδατισμός και το εκλογικό πείραμα του 2012

Financial Times

Στην πορεία της κρίσης, πολλές ήταν οι εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και η απόπειρα επηρεασμού της λαϊκής βούλησης, αρκετές φορές μάλιστα με πρωτοφανή τρόπο. Στην εισήγησή της, η καθηγήτρια Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ, Ρόη Παναγιωτοπούλου, με τίτλο «Αφηγήσεις απειλών και τρόμου: ο προεκλογικός πολιτικός λόγος των ΜΜΕ στην εποχή της κρίσης στην Ελλάδα και την Ιταλία», αναδεικνύει όψεις αυτής της απόπειρας που ίσως οδήγησαν και στο αποτέλεσμα του πρόσφατου δημοψηφίσματος.

Και καθώς μας εξηγεί το τι έχει συμβεί, στο μυαλό μας σχηματίζεται μία λέξη: μιθριδατισμός, όρος δανεισμένος πάλι από έναν μύθο που χρησιμοποιείται μεταφορικά, για να περιγράψει τη σταδιακή εξοικείωση και αποδοχή πραγμάτων που προηγουμένως θεωρούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνα.

Από το 2012 που ξεκίνησε την έρευνα για τις δύο αναμετρήσεις και μέχρι τις εκλογές του Ιανουαρίου αλλά ακόμη και στο δημοψήφισμα διαπιστώνει ότι «δεν άλλαξε τίποτα».

«Οταν ξεκίνησα, δεν σκέφτηκα ποτέ σε τι έκταση μπορεί να ξεδιπλωθεί η ίδια τακτική που πέτυχε το 2012 και συνέχιζαν να εφαρμόζουν. Και είπα “μπα, δεν έχουν σκοπό και σχέδιο, αυτά είναι χοντροκοπιές που γίνονται μόνο στην Ελλάδα”. Και εξετάζω την περίπτωση της Ιταλίας και διαπιστώνω ότι έγινε ακριβώς το ίδιο. Ο διεθνής οικονομικός Τύπος, που συνδέεται άμεσα με τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς οίκους και συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα, ακολουθεί μια πάγια στρατηγική τα τελευταία χρόνια και δεν καταλαβαίνει τίποτα.

»Το καινούργιο είναι ότι όλα αυτά τα Μέσα είχαν απροκάλυπτη ανάμειξη στην προεκλογική εκστρατεία δημοκρατικών χωρών. Ανοιξαν άρθρα τους που εμφανίζονται σε συγκεκριμένες ενημερωτικές συνδρομητικές ιστοσελίδες στο ευρύ κοινό και, χωρίς τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει ο πολιτικός Τύπος, άρχισαν να τον υποκαθιστούν. Αυτό που ήταν ένα πείραμα τότε, σήμερα έχει παγιωθεί ως πρακτική από τα διεθνή ΜΜΕ και εδώ πρέπει οι εφημερίδες να σκεφτούν πολύ καλά τι κάνουν και το πώς καταντούν πλαγίως φερέφωνα συμφερόντων, επειδή είναι υπερχρεωμένες.

»Αυτό το πείραμα έπιασε το 2012 και πλέον η προπαγάνδα συνεχίστηκε με χοντροκομμένους τρόπους και μάλιστα ήταν κοινή σε Ιταλία και Ελλάδα, “ότι τα πάντα οδηγούν στο χάος” και “εμείς θα σας εξασφαλίσουμε σταθερότητα, συνέχεια και ασφάλεια”, όλα τα γνωστά κλισέ», μας εξηγεί η κ. Παναγιωτοπούλου και μας δίνει και τα «χοντρά» παραδείγματα. Πρόκειται για την καταβαράθρωση των υποψήφιων πολιτικών που χαρακτηρίζονται π.χ. «κλόουν» στην Ιταλία («Εκόνομιστ»), ενώ οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» στο φύλλο που απευθυνόταν στους Γερμανούς είχαν τίτλο στα ελληνικά «Αντισταθείτε στον δημαγωγό», κάτω από μια φωτογραφία του Τσίπρα.

Εξώφυλλα περιοδικού Economist

«Το 2012 ήταν η πρώτη φορά που το χρηματιστικό κεφάλαιο άσκησε τέτοιες πιέσεις για να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Με λίγα λόγια, μας έλεγαν τι να ψηφίσουμε, ξεπερνώντας κάθε κανόνα, κοροϊδεύοντας όσους είχαν αντίθετη γνώμη και την ίδια ώρα οι τραπεζίτες διαμόρφωναν το δικό τους αναγνωστικό κοινό, έχοντας μια μεγάλη εξιστόρηση για τη νευρικότητα των αγορών που ποσώς ενδιαφέρει τον μέσο ψηφοφόρο, ενώ έδιναν λεπτομέρειες για την πορεία των σπρεντ που αμφιβάλλω αν κανείς κανονικός άνθρωπος γνωρίζει τι ακριβώς είναι, μία κατάσταση που δεν είναι κατανοητή για τον μέσο πολίτη, όταν όλα μάλιστα καταρρέουν και έχουν άμεση συνέπεια στον ψηφοφόρο», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η καθηγήτρια Επικοινωνίας.

■ Οσο για το πρόσφατο δημοψήφισμα; «Τώρα ο κόσμος, έχοντας φάει τόσες πολλές δόσεις φόβου και τρόμου, αντέδρασε και κυριολεκτικά τους ξέφυγε γυρίζοντας την πλάτη στην τρομολαγνεία», καταλήγει.

Advertisements

«Διαχρονική η ξενοφοβία στην Ελλάδα»

Τι δείχνει το γαλλικό περιοδικό «Μετανάστευση»

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

Μία διαφορετική προσέγγιση για τη μετανάστευση στην Ελλάδα προσφέρει το γαλλικό περιοδικό «Μετανάστευση» στο τελευταίο του τεύχος, που εστιάζει στις διαστάσεις του θέματος στη χώρα μας και παρουσιάστηκε πρόσφατα στη Γαλλική Σχολή Αθηνών.

Θέλοντας να ξεφύγει από τις μέχρι σήμερα έρευνες που ασχολήθηκαν με τη νομιμοποίηση, την οικονομική συμβολή, τα στατιστικά στοιχεία καθώς και τις κοινωνιολογικές μελέτες διαφόρων ομάδων μεταναστών, οι Μάρτιν Μπάλντουιν Εντουαρτς, συντονιστής της έκδοσης και συνδιευθυντής του Μεσογειακού Παρατηρητηρίου Μετανάστευσης του Παντείου και η ερευνήτρια Κατερίνα Αποστολάτου επιχείρησαν μια ιστορική ανάγνωση της μετανάστευσης στην Ελλάδα, καλύπτοντας έτσι το σχετικό κενό στη βιβλιογραφία. Και τα ευρήματά τους είναι πράγματι ανέλπιστα.

Ετσι διαπιστώνεται ότι από τις αρχές του περασμένου αιώνα η χώρα μας έχει αφενός δεχτεί και αφετέρου εξάγει μεγάλο αριθμό μεταναστών και επιπλέον έγινε μάρτυρας μιας από τις μεγαλύτερες ανταλλαγές πληθυσμών που έγιναν στην Ευρώπη τον 20ό αιώνα. Το αξιοσημείωτο είναι μάλιστα ότι αυτές οι μετακινήσεις πληθυσμών συνδέθηκαν στενά με την εθνικότητα και τη θρησκεία. Οι εμπειρογνώμονες, λοιπόν, με αυτή την αγνοημένη ιστορική παράμετρο, καταρρίπτουν τη γενικευμένη παραδοχή ότι η μετά το 1991 μετανάστευση είναι νέο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα, η οποία επιχειρεί να συγκαλύψει τόσο την ανεπιτυχή πολιτική του ελληνικού κράτους όσο και τις αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις. Με την ίδια σε βάθος χρόνου ιστορική μελέτη δίνεται και απάντηση στο κατά πόσο οι Ελληνες είναι ή δεν είναι ρατσιστές, αφού τόσο οι σύγχρονες πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων όσο και οι κοινωνικές αντιλήψεις είναι δέσμιες αυτού του παρελθόντος και έχουν κεντρικό άξονα τις κυριάρχες παραδοχές για το πώς διαμορφώθηκε το ελληνικό έθνος. Με λίγα λόγια είναι ο εθνοκεντρισμός και η εθνικότητα, οι παράγοντες που ακόμη καθορίζουν τις αντιλήψεις μας για τη μετανάστευση, όπως διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο της ανταλλαγής πληθυσμών το 1922. Τότε, όπως και τώρα, οι «αλλογενείς» κάτοικοι της Ελλάδας θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική σταθερότητα και την εθνική ομοιογένεια και ήταν κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτοι. Κι ακόμη «τότε όπως και τώρα η αναγωγή των προσφύγων σε δευτεροκλασάτους κατοίκους -κι ας ήταν πολύ επιτυχημένοι οικονομικά στην Ανατολή- τους καθιστούσε μια απελπισμένη και εκμεταλλεύσιμη εργατική δύναμη από την οποία οι γηγενείς επωφελήθηκαν γενναιόδωρα». Με αυτά τα κριτήρια η αντίδραση των Ελλήνων στην απειλή που συνιστούν οι ξένοι περιγράφεται καλύτερα ως ξενοφοβία και έτσι εξηγείται η αλβανοφοβία της δεκαετίας του ’90, η οποία με τη σειρά της έδωσε τη σκυτάλη στην ισλαμοφοβία που αρχίζει να διαμορφώνεται σήμερα.

«Η Ελλάδα σκοπίμως δεν χαράσσει μια μεταναστευτική πολιτική στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιδέας που είναι η κοινωνική ένταξη των ξένων εργατών γιατί έτσι μπορεί να τους εκμεταλλεύεται περισσότερο και από την άλλη τη βολεύει να κάνει λόγο για απρόσκλητους μουσαφίρηδες, για εσωτερική κατανάλωση. Γι’ αυτό και αποσιωπάται ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών που βρίσκονται άτυπα στη χώρα έχει έρθει νόμιμα και το γεγονός ότι παραμένουν σε εκκρεμότητα οφείλεται στο ότι δεν πραγματοποιεί προγράμματα νομιμοποίησης, όπως αυτό που έγινε στα τέλη του 1990 και οδήγησε στην τακτοποίηση περίπου 462.000 αλλοδαπών για το εξάμηνο που διήρκεσε η λευκή κάρτα», μας εξηγεί ο κ. Εντουαρτς για το πώς αντανακλάται στη σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα η αντίληψη που έχει διαμορφωθεί ιστορικά από το 1922 για τη μετανάστευση.

Η εθνικότητα αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο στη διαχείριση της μετανάστευσης, όπως καταδεικνύουν και άλλες μελέτες που περιλαμβάνονται στο ίδιο τεύχος. Συγκεκριμένα συγκρίνοντας την υποδοχή αλλογενών και ομογενών μεταναστών στην Ελλάδα συμπεραίνεται ότι οι μετανάστες με ελληνική εθνική καταγωγή έχουν προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους με αποτέλεσμα τη σαφώς πιο επιτυχημένη ένταξή τους.

Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009